Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Οι "Άθλιοι" των Αθηνών

Ομόνοια, 25 Οκτωβρίου 2010 ώρα 11 το πρωί. πάνω από τα φρεάτια εξαερισμού του μετρό


Όταν ήμουν μικρό παιδί ακόμα, είχα δει σ' ένα περιοδικό μια φωτογραφία από τη Νέα Υόρκη. Έδειχνε έναν εξαθλιωμένο άνθρωπο, ξαπλωμένο κάτω στο πεζοδρόμιο, δίπλα σε μια λευκή μαρμάρινη σκάλα και από μπροστά του πέρναγαν άνθρωποι βιαστικοί, με σκυμμένο το κεφάλι και μεγάλο βηματισμό.

Πρέπει να έχουν περάσει πάνω από 50 χρόνια από τότε που είδα τη φωτογραφία αυτή και τη θυμάμαι ακόμα. Με το παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άλλοι άνθρωποι προσπερνούσαν έναν όμοιό τους που βρισκόταν κατάχαμα, προφανώς σε ανάγκη, χωρίς να του δίνουν σημασία...

Πέρασαν τα χρόνια, πάντοτε με την απορία στο μυαλό, μα σήμερα, στην πραγματικότητα της Αθήνας, έχω αρχίσει πια να καταλαβαίνω τα αναπάντητα “γιατί” της παιδικής μου ηλικίας. Εικόνες σαν αυτή που θυμάμαι ή σαν αυτή από την Ομόνοια που δείχνω εδώ, ορίζουν πια την καθημερινότητα του καθενός μας. Δεν συγκινούν. Κανένας δεν νοιώθει απορία στη θέα τους. Πιο πολύ, θα έλεγα, νοιώθουμε τρόμο και ένα σφίξιμο στο στομάχι για επαπειλούμενους κινδύνους...

Είναι φυσικό, ο καθένας μας να αναρωτιέται αν μπορεί πλέον να κάνει κάτι για την κατάσταση αυτή που καταλαμβάνει την μια περιοχή του κέντρου της Αθήνας μετά την άλλη. Λαθρομετανάστες, άστεγοι, ναρκομανείς, σε όλη την κλίμακα της εξαθλίωσης παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια μας, χωρίς να μας σοκάρουν ή, έστω, χωρίς να μας σοκάρουν πολύ.

Από κοντά μια στρατιά ζητιάνων, μικροπωλητών, καθαριστές τζαμιών στα φανάρια δεν αφήνουν κανένα περιθώριο σε όποιον κινείται πεζός ή με αυτοκίνητο, να ξεφύγει από το κυνηγητό τους. Και όποιος κάνει το λάθος να κάτσει σε ένα τραπεζάκι να πάρει ένα ποτό, ένα παγωτό, να πει δυο κουβέντες μ' ένα φίλο, θα δεχτεί την “επίθεση” από κάθε λογής κατατρεγμένο: μαραμένες γαρδένιες 3 ευρώ η μία, μαντηλάκια με “όσα θέλεις δώσε”, ναρκομανείς με ταρίφα “έχετε 50 λεπτά;” και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους.

Το λέω ξεκάθαρα. Κάθε φορά που βγαίνω στο δρόμο νοιώθω σαν κυνηγημένος σε ταινία όπου από κάθε γωνία ξεφυτρώνουν ζόμπι...

Έτσι έχουν τα πράγματα. Και ο φασισμός θεριεύει. Δεν μιλάω για τη Χρυσή Αυγή και τα άλλα φασιστικά μορφώματα. Μιλάω για τον φασισμό που γεννιέται και αυγατίζει πάνω στον τρόμο του φτωχού, την απελπισία του άνεργου, την ενστικτώδη αντίδραση του απειλημένου και οδηγεί στην τυφλή βία του κοινωνικού αυτοματισμού...

Από μιαν άλλη οπτική αποκαλύπτονται πάλι οι σαθρές δομές της ελληνικής κοινωνίας. Δομές πολυνομίας και αλληλοϋπονόμευσης, χωρίς ουσιαστική συνοχή και χωρίς καμία προοπτική. Σχέσεις όπου η υλική εξαθλίωση που έχει ενσκήψει αναρριπίζει τα όποια στολίδια φανερώνοντας την αθλιότητά που κρύβεται από κάτω.

Αυτή η κρίση φαίνεται, όλο και περισσότερο, πως είναι καθολική -οικονομική, κοινωνική, αξιών. Η κοινωνία μας, είναι πια φανερό, δεν διαθέτει ούτε έναν αξιόπιστο θεσμό για να αμυνθεί...

Και ύστερα με ρωτάς γιατί δεν σου γράφω...

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Σαλάτες

Έτσι που έχουν τα πράγματα και όλους μας διακατέχουν ανάμικτα συναισθήματα και οι σκέψεις μας τρέχουν από το "Δόξα τω Θεώ" στο "Βόηθα Παναγιά μου", σκέφτηκα να επικοινωνησω μαζί σας δυο χειμωνιάτικες σαλάτες που, αυτές τουλάχιστον, δεν σφίγγουν το στομάχι αλλά, αντίθετα, το ευφραίνουν!..

Πρόκειται για δυο παραλλαγές πάνω στη μαρουλοσαλάτα και τη λαχανοσαλάτα, έτσι όπως τις φτιάχνω και όλοι μου λένε τι καλές που είναι. Το βασικό τους πλεονέκτημα, εκτός από τη γεύση τους, είναι ότι δεν έχουν καθόλου αλάτι. Και το βασικό τους μειονέκτημα (ας πούμε) είναι ότι, αν δεν έχετε πρέπει να προμηθευτείτε ξύδι μπαλσάμικο λευκό. Κοστίζει γύρω στα 3 ευρώ, αλλά μην τα τσιγκουνευτείτε. Μπορεί να σας γίνει τόσο απαραίτητο ώστε να προβληματιστείτε για το πώς ζούσατε τόσο καιρό χωρίς αυτό...

Σαλάτα μαρούλι με ρόκα και σπανάκι
Προαιρετικά ένα ξινόμηλο και λίγα καρύδια ψίχα. Θα χρειαστείτε, επίσης, λίγο μέλι ή μαύρη ζάχαρη

Πλύντε και κόψτε τα υλικά σε όποια αναλογία επιθυμείτε. Για μια μέτρια καθημερινή σαλάτα εγώ βάζω περίπου μισό μαρούλι, καμιά δεκαριά φύλλα ρόκα και άλλα τόσα σπανάκι. Καθαρίστε το ξινόμηλο και κόψτε το σε μικρά κυβάκια. Ρίξτε και τα καρύδια χοντροκομένα.

Σε ένα μπολ βάλτε 5 κουταλιές της σούπας (Κ.Σ.) ελαιόλαδο και δύο Κ.Σ. ξύδι μπαλσάμικο στο οποίο έχετε διαλύσει, προηγουμένως, είτε μία κουταλιά του γλυκού μέλι είτε μια κουταλιά του γλυκού μαύρη ζάχαρη. Χτυπήστε το μείγμα με ένα πιρούνι να ενωθούν τα υλικά και ρίξτε το στα λαχανικά. Ανακατέψτε πολύ καλά να πάει το μείγμα παντού. Καλή όρεξη.

Ταιριάζει με ψητά κρέατα και ψάρια και με ότι κρασί τραβάει η ψυχούλα σας.

Σαλάτα με λάχανο, καρότο, σέλινο και πορτοκάλι
Θα χρειαστείτε, εκτός από το λάχανο, ένα καρότο, λίγο σέλινο, πιπέρι καγιέν, πιπέρι μαύρο.

Καθημερινή σαλάτα για 4 άτομα: Θα χρειαστείτε ¼ από ένα λάχανο, ψιλοκομμένο και “πνιγμένο” καλά. (Το “πνίγουμε” αφού το κόψουμε στη σαλατιέρα και με καθαρά χέρια το στύβουμε δυνατά μέσα στις χούφτες μας μέχρι να το δούμε να υγραίνεται). Καθαρίζουμε ένα καρότο και το περνάμε από τον τρίφτη μέσα στη σαλατιέρα με το λάχανο. Από το σέλινο παίρνουμε 3-5 κλωναράκια και το ψιλοκόβουμε μέσα στη σαλατιέρα. Αν θέλετε, μπορείτε να τρίψετε και λίγο πιπέρι μαύρο ή να ρίξετε ελάχιστο (ίσα ίσα στη μύτη του μαχαιριού) πιπέρι καγιέν.

Σε ένα μπολ βάλτε 5 κουταλιές της σούπας (Κ.Σ.) ελαιόλαδο και δύο Κ.Σ. ξύδι μπαλσάμικο. Χτυπήστε με ένα πιρούνι ώστε να ενωθούν τα υλικά και στη συνέχεια στύψτε ένα πορτοκάλι μέσα στο λαδόξιδο και ξαναχτυπήστε τα όλα μαζί. Ρίξτε τη σος στα κομμένα λαχανικά και ανακατέψτε πολύ καλά να πάει παντού.

Κρύα και δροσερή η σαλάτα αυτή με τη χαρούμενη όψη, πάει θαυμάσια με όλα τα φαγητά του χειμώνα

Ελπίζω να τις χαρείτε και να πιείτε ένα ποτηράκι στην υγειά μου όσοι το θυμηθείτε :-)

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Τελικά γνώριζε και είπε ψέμματα, εν γνώσει του!..

Να ξεκαθαρίσω κάτι.

Επιθυμώ διακαώς η σημερινή κυβέρνηση να πετύχει, τόσο το νοικοκύρεμα της ελληνικής οικονομίας όσο και την ανάταξη του ελληνικού κράτους.

Το επιθυμώ γιατί μου αξίζει σαν πολίτη. Επειδή, επίσης, τα παιδιά μας, διαφορετικά, θα πάρουν των οματιών τους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και γιατί εμείς πληρώνουμε και θέλουμε απόδειξη...

Όσο όμως και αν εύχομαι να επιτύχουν, υπομένοντας για το λόγο αυτό τη ληστρική επιδρομή στα εισοδήματά μας, τόσο από την άλλη και, με βάση τις χθεσινές δημοσιεύσεις, δεν της έχω, της κυβέρνησης, καμιά απολύτως εκτίμηση, πόσο μάλλον, εμπιστοσύνη. Και θα εξηγήσω το λόγο.


Η προεκλογική δήλωση του Γιώργου Α. Παπανδρέου, ότι “λεφτά υπάρχουν”, όπως φαίνεται και από τις αποκαλύψεις στο βιβλίο του Πέερ Σταϊνμπρουκ, πρώην αντιπροέδρου του SPD,  (Καθημερινή) αποδεικνύεται ότι δεν ήταν μια συγγνωστή πλάνη, μια εκτίμηση, δηλαδή, που απέρρεε από λάθος ή κακή εκτίμηση των συνθηκών. Ήταν, αντίθετα, μια συνειδητή επιλογή, εν γνώσει της πραγματικότητας, με σκοπό την εξαπάτηση όλων μας ή, έστω, μερίδας του πληθυσμού με σκοπό την εκλογή τους στη κυβέρνηση. Γιατί με εξοργίζει αυτό;

Πρώτα απ' όλα διότι με προσβάλλει βαθιά. Σαν αντίληψη μας θεωρεί, τους Έλληνες πολίτες, ανδράποδα και ανάξιους να οραματιστούμε κάτι καλό για τον τόπο μας, να πιστέψουμε σε αυτό και να αγωνιστούμε για την επιτυχία του.

Δεύτερον, διότι αυτή η αντίληψη εκπορεύεται από τους κατ' εξοχήν υπεύθυνους για όποια στοιχεία διαφθοράς εμφανίζει η ελληνική κοινωνία: τους διαχειριστές, δηλαδή, της εξουσίας. Από τα λιγούρια που κατεξευτέλισαν το αίτημα της “Αλλαγής” που τους έφερε στην εξουσία μέχρι τους “κουμπάρους” και τους “νταβατζήδες” που μας το παίξανε σεμνές και ταπεινές “παρθένες” ρημάζοντας τον τόπο με τη “δεξιά του κυρίου” τους. Από αυτούς που μετέτρεψαν την μεταπολίτευση από ευκαιρία για ριζική αναγέννηση της Ελλάδας, σε συμφορά και πρόσχημα για πλιάτσικο.

Πολιτικά κόμματα, λοιπόν, και πολιτικούς αρχηγούς που έχουν τέτοια αντίληψη για εμένα σαν πολίτη, τα έχω σε απόλυτη ανυποληψία και δε θα σταματήσω στιγμή να προσπαθώ να απαλλαγώ από την παρουσία τους. Ο κ. Παπανδρέου, αν θέλει να ανακτήσει, έστω κατ' ελάχιστον κάποια εκτίμηση και να διασφαλίσει, αν ενδιαφέρεται, το πολιτικό του μέλλον, πέρα από ότι πρέπει να κάνει καλά και αποτελεσματικά τη δουλειά του, οφείλει μια δημόσια συγγνώμη από την ελληνική κοινωνία για αυτό, το τόσο αποκαλυπτικό ψέμμα. Το οφείλει ακόμα και σαν πράξη διαπαιδαγώγησης προς όσους καθυστερημένους, ακόμα, δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από τις πελατειακές σχέσεις.